Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκαλερί

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κιγκαλερία, γαλέρα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκαλερί < (άμεσο δάνειο) γαλλική galerie < μεσαιωνική λατινική galeria (9ος αιώνας μ.Χ.) < λατινική Galilaea < ελληνιστική κοινή Γαλιλαία (αντιδάνειο) < εβραϊκή גלילה (gliláh) < גליל (galíl: κύλινδρος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκαλερί θηλυκό άκλιτο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]