γκαλερί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γκαλερί < (άμεσο δάνειο) γαλλική galerie < μεσαιωνική λατινική galeria (9ος αιώνας μ.Χ.) < λατινική Galilaea < ελληνιστική κοινή Γαλιλαία (αντιδάνειο) < εβραϊκή גלילה (gliláh) < גליל (galíl: κύλινδρος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γκαλερί θηλυκό άκλιτο
- η αίθουσα στην οποία εκτίθενται έργα τέχνης, συνήθως προς πώληση
- ※ «Τι βλέπεις εσύ; τι παριστάνουν αυτά;» ρώτησε ο Άρης τη Λία - ακόμα ζευγάρι τότε - όταν, στην γκαλερί, στάθηκαν μπροστά στην εγκατάσταση του Αμερικανού καλλιτέχνη που εκείνη έβρισκε ό,τι πιο μοντέρνο και ευρηματικό και όχι, όπως εκείνος, «μια παπαριά». (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Αντιδάνεια (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα εβραϊκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)