τέχνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέχνη τέχνες
γενική τέχνης τεχνών
αιτιατική τέχνη τέχνες
κλητική τέχνη τέχνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέχνη < αρχαία ελληνική τέχνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *teḱs-neh₂ < *teḱs- (ξυλουργώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɛ.xni/
Audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέχνη θηλυκό

  1. ανθρώπινη δραστηριότητα που οδηγεί στην παραγωγή έργων αισθητικά άρτιων
  2. επάγγελμα ή άλλη ενασχόληση που απαιτεί επιδεξιότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας
  3. η τεχνική επιδεξιότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Επιθήματα

Πρόθημα τεχνο-: όπως


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τέχνη τέχνα τέχναι
Γενική τέχνης τέχναιν τεχνῶν
Δοτική τέχν τέχναιν τέχναις
Αιτιατική τέχνην τέχνα τέχνας
Κλητική τέχνη τέχνα τέχναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέχνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *teḱs-neh₂ < *teḱs- (ξυλουργώ). Συγγενές με τα τίκτω, τέκτων κ.ά.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /té.kʰnɛː/ (αρχαία ελληνικά)
ΔΦΑ : /ˈte.xni/ (ελληνιστική κοινή)
ΔΦΑ : /ˈte.xni/ (μεσαιωνική ελληνική)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέχνη θηλυκό

  1. τέχνη
  2. ικανότητα, επιδεξιότητα
  3. τρόπος, μέθοδος, σύστημα
  4. πονηριά, πανουργία
  5. τέχνημα, καλλιτέχνημα
  6. συντεχνία
  7. πραγματεία, διατριβή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]