ικανότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ικανότητα ικανότητες
γενική ικανότητας ικανοτήτων
αιτιατική ικανότητα ικανότητες
κλητική ικανότητα ικανότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ικανότητα < από το ικανός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ικανότητα θηλυκό (πληθυντικός : ικανότητες)

  1. Η δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι.
    Έχει και την ικανότητα και τη θέληση να πετύχει στη ζωή του.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]