δημιουργικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημιουργικότητα δημιουργικότητες
γενική δημιουργικότητας δημιουργικοτήτων
αιτιατική δημιουργικότητα δημιουργικότητες
κλητική δημιουργικότητα δημιουργικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημιουργικότητα < μεσαιωνική ελληνική δημιουργικότης < δημιουργικός + -ότης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ɱi.uɾ.ɣi.ˈkɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημιουργικότητα θηλυκό

  1. η ικανότητα κάποιου να δημιουργήσει ή να εφεύρει κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]