Μετάβαση στο περιεχόμενο

δημιουργικότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δημιουργικότητα οι δημιουργικότητες
      γενική της δημιουργικότητας των δημιουργικοτήτων
    αιτιατική τη δημιουργικότητα τις δημιουργικότητες
     κλητική δημιουργικότητα δημιουργικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δημιουργικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δημιουργικ(ότης) + -ότητα < δημιουργικός + -ότης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði.mi.uɾ.ʝiˈko.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δημιουργικότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δημιουργικότητα θηλυκό

  • η ικανότητα κάποιου να δημιουργήσει ή να εφεύρει κάτι
      Έτσι, η Δραματοθεραπεία, εκτός από «θεραπευτικό», αποτελεί και «πολιτιστικό γεγονός», καθώς λειτουργεί και σε άλλα επίπεδα, όπως είναι εκείνα της δημιουργικότητας, της εμψύχωσης και της επίτευξης στόχων. Απευθύνεται σε ένα σύνολο διαφορετικών πληθυσμών. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί, περιλαμβάνουν παίξιμο ρόλων, δημιουργία και αφήγηση ιστοριών και παραμυθιού, τεχνικές γλυπτών, ζωγραφική, μάσκες και κατασκευές, αναδεικνύοντας τον ρόλο του σώματος στο πλαίσιο της ψυχοσωματικής θεώρησης.
    Καραντζή Αναστασία. Η συμβουλευτική στην εκπαίδευση ενηλίκων και τη δια βίου μάθηση: ενίσχυση κοινωνικών δεξιοτήτων μέσα από ομάδες δημιουργικής έκφρασης, διδακτορική διατριβή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ), Σχολή Κοινωνικών, Πολιτικών & Οικονομικών Επιστημών, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης, Κομοτηνή 2015, @freader.ekt.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]