εφευρίσκω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εφευρίσκω < αρχαία ελληνική ἐφευρίσκω < ἐπί + εὑρίσκω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.feˈvɾi.sko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐φευ‐ρί‐σκω
Ρήμα
[επεξεργασία]εφευρίσκω , πρτ.: εφεύρισκα, στ.μέλλ.: θα εφεύρω, αόρ.: εφηύρα, παθ.φωνή: εφευρίσκομαι
- επινοώ κάτι (μια μέθοδο, μια συσκευή κ.λπ.) που δεν υπήρχε προηγουμένως
- επινοώ κάτι φανταστικό, για να αποφύγω μια δυσάρεστη κατάσταση
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | εφευρίσκομαι | εφευρισκόμουν(α) | θα εφευρίσκομαι | να εφευρίσκομαι | ||
| β' ενικ. | εφευρίσκεσαι | εφευρισκόσουν(α) | θα εφευρίσκεσαι | να εφευρίσκεσαι | (εφευρίσκου) | |
| γ' ενικ. | εφευρίσκεται | εφευρισκόταν(ε) | θα εφευρίσκεται | να εφευρίσκεται | ||
| α' πληθ. | εφευρισκόμαστε | εφευρισκόμαστε εφευρισκόμασταν |
θα εφευρισκόμαστε | να εφευρισκόμαστε | ||
| β' πληθ. | εφευρίσκεστε | εφευρισκόσαστε εφευρισκόσασταν |
θα εφευρίσκεστε | να εφευρίσκεστε | (εφευρίσκεστε) | |
| γ' πληθ. | εφευρίσκονται | εφευρίσκονταν εφευρισκόντουσαν |
θα εφευρίσκονται | να εφευρίσκονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | εφευρέθηκα | θα εφευρεθώ | να εφευρεθώ | εφευρεθεί | ||
| β' ενικ. | εφευρέθηκες | θα εφευρεθείς | να εφευρεθείς | |||
| γ' ενικ. | εφευρέθηκε | θα εφευρεθεί | να εφευρεθεί | |||
| α' πληθ. | εφευρεθήκαμε | θα εφευρεθούμε | να εφευρεθούμε | |||
| β' πληθ. | εφευρεθήκατε | θα εφευρεθείτε | να εφευρεθείτε | εφευρεθείτε | ||
| γ' πληθ. | εφευρέθηκαν εφευρεθήκαν(ε) |
θα εφευρεθούν(ε) | να εφευρεθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω εφευρεθεί | είχα εφευρεθεί | θα έχω εφευρεθεί | να έχω εφευρεθεί | εφευρημένος | |
| β' ενικ. | έχεις εφευρεθεί | είχες εφευρεθεί | θα έχεις εφευρεθεί | να έχεις εφευρεθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει εφευρεθεί | είχε εφευρεθεί | θα έχει εφευρεθεί | να έχει εφευρεθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε εφευρεθεί | είχαμε εφευρεθεί | θα έχουμε εφευρεθεί | να έχουμε εφευρεθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε εφευρεθεί | είχατε εφευρεθεί | θα έχετε εφευρεθεί | να έχετε εφευρεθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν εφευρεθεί | είχαν εφευρεθεί | θα έχουν εφευρεθεί | να έχουν εφευρεθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εφευρίσκω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εφευρίσκω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)