συσκευή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συσκευή συσκευές
γενική συσκευής συσκευών
αιτιατική συσκευή συσκευές
κλητική συσκευή συσκευές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συσκευή < ελληνιστική κοινή συσκευή < σύν + σκευή (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) appareil)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /si.scɛ.ˈvi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συσκευή θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συσκευή συσκευά συσκευαί
Γενική συσκευῆς συσκευαῖν συσκευῶν
Δοτική συσκευ συσκευαῖν συσκευαῖς
Αιτιατική συσκευήν συσκευά συσκευάς
Κλητική συσκευή συσκευά συσκευαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συσκευή < σύν + σκευή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συσκευή θηλυκό

  1. ετοιμασία, προετοιμασία
  2. σκηνική κατασκευή, προετοιμασία για ανέβασμα θεατρικής παράστασης
  3. (μεταφορικά) δόλος, μηχανορραφία