Μετάβαση στο περιεχόμενο

λειτουργία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : λειτουργιά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λειτουργία οι λειτουργίες
      γενική της λειτουργίας των λειτουργιών
    αιτιατική τη λειτουργία τις λειτουργίες
     κλητική λειτουργία λειτουργίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
εκκλησία την ώρα της λειτουργίας

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λειτουργία < αρχαία ελληνική λειτουργία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /li.tuɾˈʝi.a/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λειτουργία θηλυκό

  1. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εργάζεται ένα οργανωμένο σύστημα προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του
    παράδειγμα  η συνεργασία όλων μας είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία της υπηρεσίας μας
    ※  Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατεύει την υγεία τους, τη ζωή και την ακεραιότητά τους. (Γραφείο Τύπου, Δήμος Πάρου, 17/12/2024, paros.gr )
  2. ο ιδιαίτερος ρόλος που παίζει ένα μέρος ενός συστήματος, π.χ. το εξάρτημα μιας μηχανής ή ο τομέας ενός οργανισμού ή το όργανο του σώματος
    παράδειγμα  η λειτουργία της καρδιάς είναι να τροφοδοτεί τον οργανισμό με αίμα
    παράδειγμα  η λειτουργία της δευτερεύουσας πρότασης ως αντικειμένου του ρήματος
  3. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μία μηχανή όταν δουλεύει
    παράδειγμα  πάτησε ένα κουμπί και έθεσε τον κινητήρα σε λειτουργία
  4. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μία υπηρεσία ή ένα κατάστημα όταν εργάζεται, είναι ανοιχτό και δέχεται πελάτες
    παράδειγμα  ώρες λειτουργίας των καταστημάτων
  5. (θρησκεία) λατρευτική ιεροτελεστία της Εκκλησίας με κέντρο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας
    Υπερώνυμα: ακολουθία
  6. (ιστορία) (Αρχαία Αθήνα) τιμητικός τρόπος φορολόγησης των πλούσιων πολιτών, μέσω της υποχρέωσής τους να αναλάβουν και να χρηματοδοτήσουν έργα δημοσίου συμφέροντος, όπως διπλωματικές αποστολές, θεατρικές παραστάσεις, ναυπήγηση πολεμικών πλοίων

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ λειτουργίᾱ αἱ λειτουργίαι
      γενική τῆς λειτουργίᾱς τῶν λειτουργιῶν
      δοτική τῇ λειτουργίᾳ ταῖς λειτουργίαις
    αιτιατική τὴν λειτουργίᾱν τὰς λειτουργίᾱς
     κλητική ὦ! λειτουργίᾱ λειτουργίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λειτουργίᾱ
γεν-δοτ τοῖν  λειτουργίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λειτουργία < λειτουργ(ός) + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λειτουργία θηλυκό

  1. υπηρεσία προς τον δήμο
  2. (ιστορία) πολυέξοδη υπηρεσία που αναλάμβαναν οι πλουσιότεροι των πολιτών όπως  γυμνασιαρχία, χορηγία, ἑστίασις, ἀρχιθεωρία και τριηραρχία
  3. βοήθεια
  4. (θρησκεία) υπηρεσία προς τον θεό
  5. (θρησκεία) δημόσια λατρεία των θεών
  6. (ελληνιστική σημασία, χριστιανισμός) Θεία Λειτουργία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

λειτουργία (ελληνιστική κοινή)

⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: λειτουργία
⇒ νέα ελληνικά: λειτουργιά, λειτουργία