Μετάβαση στο περιεχόμενο

σύστημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύστημα τα συστήματα
      γενική του συστήματος των συστημάτων
    αιτιατική το σύστημα τα συστήματα
     κλητική σύστημα συστήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σύστημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύστημα < συνίστημι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική système και αγγλική system < αρχαία ελληνική σύστημα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsi.sti.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σύστημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σύστημα ουδέτερο

  1. σύνολο μερών ή πραγμάτων με στενή σχέση ενότητας ή αλληλεξάρτησης στην πραγμάτωση κάποιου στόχου, ή εργασίας, ή ισορροπίας.
    παράδειγμα  σύστημα τροφοδοσίας κινητήριων μηχανών
      Σύμφωνα με τον Helmut Willke, κάθε σύστημα αντιμετωπίζει, στη σχέση του με το περιβάλλον, το πρόβλημα της περιπλοκότητας: Η περιπλοκότητα δηλοί τον βαθμό πολυμορφίας, διαπλοκής και τον φόρτο των συνεπακόλουθων σ' ένα πεδίο αποφάσεων (Wilke, 1996, σ. 42) (Θωμάς Μαυροφίδης, Κοινωνία και σύστημα: Εισαγωγή στη σύγχρονη συστημική θεωρία, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 96)
      Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 )
  2. μέθοδος κατασκευής, σύνθεσης, ανάλυσης, ή λειτουργίας
  3. συνδυασμός επιλογής τρόπων λειτουργίας, εκπαίδευσης κ.λπ.
    παράδειγμα  εκπαιδευτικό σύστημα
  4. ακολουθούμενη τακτική, ή θεωρία χωρίς παρέκκλιση
    παράδειγμα  κατά σύστημα
  5. (πληροφορική) το υλικό (hardware) και το λογισμικό (software) ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

πληροφορική:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σύστημᾰ τὰ συστήμᾰτ
      γενική τοῦ συστήμᾰτος τῶν συστημᾰ́των
      δοτική τῷ συστήμᾰτ τοῖς συστήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ σύστημᾰ τὰ συστήμᾰτ
     κλητική ! σύστημᾰ συστήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συστήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  συστημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα