λογισμικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογισμικό λογισμικά
γενική λογισμικού λογισμικών
αιτιατική λογισμικό λογισμικά
κλητική λογισμικό λογισμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογισμικό < λογισμός < λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογισμικό ουδέτερο

  1. (πληροφορική) πρόγραμμα ή μέρος προγράμματος υπολογιστή και η σχετική τεκμηρίωση
    • ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό (hardware) και το λογισμικό
    • η διεύθυνση χρειάζεται νέο λογισμικό για την παρακολούθηση των εργασιών
  2. (πληροφορική) το σύνολο των προγραμμάτων ενός υπολογιστή, συστήματος, εταιρίας ή οργανισμού γενικά
    • το τμήμα μας είναι υπεύθυνο για την υποστήριξη του λογισμικού των κεντρικών συστημάτων
  3. (συνεκδοχικά) προγράμματα υπολογιστών γενικά
    • ασχολείται με τη συγγραφή λογισμικού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]