ἔργον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἔργον | τὰ | ἔργᾰ |
| γενική | τοῦ | ἔργου ἔργοιο (επικός) |
τῶν | ἔργων |
| δοτική | τῷ | ἔργῳ | τοῖς | ἔργοις ἔργοισῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | ἔργον | τὰ | ἔργᾰ |
| κλητική ὦ! | ἔργον | ἔργᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἔργω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἔργοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἔργον < από παλαιότερο τύπο ϝέργον, με δίγαμμα < πρωτοελληνική *wérgon < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wérǵom (δουλειά) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werǵ- (εργάζομαι, δημιουργώ). Ομόρριζα: ὄργανον, *ἔργω[1]. Συγγενή: αλβανική vërdhoj (δουλεύω χωρίς ανάπαυση), αρμενική գործ (γκορκ, δουλειά).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /éɾ.gon/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἔρ‐γον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἔργον, -ου ουδέτερο
- έργο, εργασία, δουλειά, βασική ασχολία
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 338 (357-358)
- ὦ πόποι, ἦ δὴ παισὶν ἐοικότες ἀγοράασθε | νηπιάχοις, οἷς οὔ τι μέλει πολεμήϊα ἔργα.
- Ωιμέ, να συναθροίζεσθε και να δημηγορείτε, | ως θα ᾽καναν ανήλικα και απόλεμα παιδία!
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ὦ πόποι, ἦ δὴ παισὶν ἐοικότες ἀγοράασθε | νηπιάχοις, οἷς οὔ τι μέλει πολεμήϊα ἔργα.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 1 (α. Ἀθηνᾶς παραίνεσις πρὸς Τηλέμαχον.), στίχ. 356 (356-357)
- ἀλλ᾽ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ᾽ αὐτῆς ἔργα κόμιζε, | ἱστόν τ᾽ ἠλακάτην τε
- Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου έργα απασχολήσου, | τον αργαλειό, τη ρόκα
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- τράβα στο σπίτι και κοίτα τις δικές σου δουλειές, το πλέξιμο και τη ρόκα
- ἀλλ᾽ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ᾽ αὐτῆς ἔργα κόμιζε, | ἱστόν τ᾽ ἠλακάτην τε
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 338 (357-358)
- πολεμικός άθλος, πολεμικό κατόρθωμα, πολεμικό γεγονός
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 23.1
- Τῶν δὲ πρότερον ἔργων μέγιστον ἐπράχθη τὸ Μηδικόν, καὶ τοῦτο ὅμως δυοῖν ναυμαχίαιν καὶ πεζομαχίαιν ταχεῖαν τὴν κρίσιν ἔσχεν.
- Απ᾽ όλα τα προηγούμενα πολεμικά γεγονότα, το μεγαλύτερο ήταν ο Περσικός πόλεμος, ο οποίος τερματίστηκε με δυο ναυμαχίες και δύο μάχες
- Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
- Τῶν δὲ πρότερον ἔργων μέγιστον ἐπράχθη τὸ Μηδικόν, καὶ τοῦτο ὅμως δυοῖν ναυμαχίαιν καὶ πεζομαχίαιν ταχεῖαν τὴν κρίσιν ἔσχεν.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 23.1
- αγρόκτημα, οργωμένη, καλλιεργήσιμη γη, ακίνητη περιουσία, χωράφι, καλλιέργεια
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 2 (β. Ἰθακησίων ἐκκλησία καὶ Τηλεμάχου ἀποδημία.), στίχ. 22
- τρεῖς δέ οἱ ἄλλοι ἔσαν, καὶ ὁ μὲν μνηστῆρσιν ὁμίλει, | Εὐρύνομος, δύο δ᾽ αἰὲν ἔχον πατρώϊα ἔργα
- Είχε ο Αιγύπτιος κι άλλους τρεις γιους· ο ένας τους, ο Ευρύνομος, | έμπλεξε με τους μνηστήρες· έμειναν δυο που φρόντιζαν τα πατρικά τους χτήματα.
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- τρεῖς δέ οἱ ἄλλοι ἔσαν, καὶ ὁ μὲν μνηστῆρσιν ὁμίλει, | Εὐρύνομος, δύο δ᾽ αἰὲν ἔχον πατρώϊα ἔργα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 6 (ζ. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαίακας.), στίχ. 259
- ὄφρ᾽ ἂν μέν κ᾽ ἀγροὺς ἴομεν καὶ ἔργ᾽ ἀνθρώπων
- Λοιπόν, όσο εμείς θα προχωρούμε σ᾽ αγρούς κι αμπελοχώραφα
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ὄφρ᾽ ἂν μέν κ᾽ ἀγροὺς ἴομεν καὶ ἔργ᾽ ἀνθρώπων
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 2 (β. Ἰθακησίων ἐκκλησία καὶ Τηλεμάχου ἀποδημία.), στίχ. 22
- το έμπρακτο σε αντιδιαστολή προς το θεωρητικό ή το προφορικό
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 1080 (1080-1081)
- καὶ μὴν ἔργῳ κοὐκέτι μύθῳ | χθὼν σεσάλευται.
- Όχι πια με τα λόγια, μα ιδού αληθινά | που τραντάζεται η γης
- Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greek‑language.gr
- καὶ μὴν ἔργῳ κοὐκέτι μύθῳ | χθὼν σεσάλευται.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Ἠλέκτρα, στίχ. 358 (357-358)
- σὺ δ᾽ ἡμὶν ἡ μισοῦσα μισεῖς μὲν λόγῳ, | ἔργῳ δὲ τοῖς φονεῦσι τοῦ πατρὸς ξύνει.
- μα εσύ, που λες πως τους μισείς, μονάχα στα λόγια τους μισείς, | ενώ ζεις ένα με του πατέρα σου τους δολοφόνους.
- Μετάφραση (1936): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης), Αθήνα: Εστία @greek‑language.gr
- εσύ μιλάς για το μίσος, αλλά μισείς μόνο στα λόγια, | γιατί στην πράξη συντάσσεσαι με τους φονιάδες του πατέρα μας
- σὺ δ᾽ ἡμὶν ἡ μισοῦσα μισεῖς μὲν λόγῳ, | ἔργῳ δὲ τοῖς φονεῦσι τοῦ πατρὸς ξύνει.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 517
- εἰ γὰρ ἐν ταῖς ξυμφοραῖς | ταῖς νῦν νομίζει πρός γ᾽ ἐμοῦ πεπονθέναι | λόγοισιν εἴτ᾽ ἔργοισιν ἐς βλάβην φέρον, | οὔτοι βίου μοι τοῦ μακραίωνος πόθος, | φέροντι τήνδε βάξιν.
- Αν πράγματι πιστεύει | πως τα δεινά που μας καταδαμάζουν | έχουν αιτία τη βλάβη που προξένησαν | κάποια δικά μου έργα ή κάποια λόγια | δεν έχω πια λαχτάρα για ζωή | με τέτοια ρετσινιά στην πλάτη.
- Μετάφραση (2000): Κ. Χ. Μύρης, Αθήνα: ΟΕΔΒ @greek‑language.gr
- εἰ γὰρ ἐν ταῖς ξυμφοραῖς | ταῖς νῦν νομίζει πρός γ᾽ ἐμοῦ πεπονθέναι | λόγοισιν εἴτ᾽ ἔργοισιν ἐς βλάβην φέρον, | οὔτοι βίου μοι τοῦ μακραίωνος πόθος, | φέροντι τήνδε βάξιν.
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 1080 (1080-1081)
- ιδιότης, ιδιότητα
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 1, 335d
- Οὐ γὰρ θερμότητος οἶμαι ἔργον ψύχειν ἀλλὰ τοῦ ἐναντίου.
- Γιατί βέβαια δεν είναι της θερμότητος ιδιότης να παράγει το ψύχος, αλλά του αντιθέτου της.
- Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
- Οὐ γὰρ θερμότητος οἶμαι ἔργον ψύχειν ἀλλὰ τοῦ ἐναντίου.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 1, 335d
- «οὐδὲν ἔργον (ἐστί)» δεν χρησιμεύει, δεν ωφελεί σε τίποτε, είναι χάσιμο χρόνου
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Αἴας, στίχ. 852
- ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔργον ταῦτα θρηνεῖσθαι μάτην
- Αλλά σε τίποτα δεν ωφελεί αυτός ο μάταιος θρήνος
- Μετάφραση (2012): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greek‑language.gr
- ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔργον ταῦτα θρηνεῖσθαι μάτην
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 426
- ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔργον ἑστάναι.
- Αλλά καιρό για χάσιμο δεν έχουμε.
- Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greek‑language.gr
- ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔργον ἑστάναι.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Αἴας, στίχ. 852
- (με γενική πράγματος) πρέπει, χρειάζεται, υπάρχει ανάγκη, χρεία κάποιου πράγματος
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 7, 537d
- καὶ ἐνταῦθα δὴ πολλῆς φυλακῆς ἔργον, ὦ ἑταῖρε.
- Και εδώ είναι που πρέπει, φίλε μου, να λάβεις τις μεγαλύτερές σου προφυλάξεις.
- Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
- καὶ ἐνταῦθα δὴ πολλῆς φυλακῆς ἔργον, ὦ ἑταῖρε.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 7, 537d
- λειτουργία
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ἔργον παρέχω: δίνω βάσανα σε κάποιον
- ἔργον ἔχω: αναλαμβάνω έγνοιες, φροντίζω
- ἔργον δ᾽ οὐδὲν ὄνειδος, ἀεργίη δέ τ᾽ ὄνειδος: διόλου ντροπή η δουλειά, ντροπή η αεργία ⌘ Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 311 , Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἔργον - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
Πηγές
[επεξεργασία]- ἔργον - ΜΟΡΦΩ (στα αγγλικά) Μορφολογικό ευρετήριο για την αρχαία ελληνική γλώσσα του Πανεπιστημίου του Σικάγου.
- ἔργον - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.
- ἔργον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'τέκνον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τέκνον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τέκνον' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werǵ- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Γαληνό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)