χωράφι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χωράφι | τα | χωράφια |
| γενική | του | χωραφιού | των | χωραφιών |
| αιτιατική | το | χωράφι | τα | χωράφια |
| κλητική | χωράφι | χωράφια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χωράφι < (καθαρεύουσα) χωράφιον < (ελληνιστική κοινή) χωράφιον < υποκοριστικό από την αρχαία ελληνική χώρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χωράφι ουδέτερο
- αγρός που συνήθως καλλιεργείται
- ※ Στο τέρμα της Παλαιολόγου, οι γειτονιές αραίωναν κι άρχιζαν απ' τη μια τα χωράφια κι απ' την άλλη ένα ωραίο δασύλλιο με πεύκα. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])
- ※ Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)
- ※ Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)
- (μεταφορικά) ιδιοκτησία κάποιου
- Στο χωράφι σου είσαι; Για μαζέψου!
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
χωράφι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγρός που συνήθως καλλιεργείται
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 3 4 5 Όροι με χωραφ- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)