χώρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χώρα χώρες
γενική χώρας χωρών
αιτιατική χώρα χώρες
κλητική χώρα χώρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χώρα < αρχαία ελληνική χώρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxɔ.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Οι Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων

χώρα θηλυκό

  1. (ιστορία) οι αγροτικές περιοχές μιας πόλης-κράτους, η ύπαιθρος, σε αντίθεση προς το άστυ
  2. τόπος που κατοικείται από ένα συγκεκριμένο λαό, η πατρίδα
  3. κράτος, κρατική οντότητα
    άνοιξαν τα σύνορα με τη γειτονική μας χώρα
  4. (για πολλά νησιά) ορεινή πρωτεύουσα του νησιού, εκεί που ήταν συνήθως το κάστρο του και η έδρα της ηγεσίας
    μόνο στη χώρα μπορείς να το βρεις αυτό
  5. περιοχή του ανθρώπινου σώματος
    ηβική χώρα, κροταφική χώρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χώρα χώρα χῶραι
Γενική χώρας χώραιν χωρῶν
Δοτική χώρ χώραιν χώραις
Αιτιατική χώραν χώρα χώρας
Κλητική χώρα χώρα χῶραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χώρα < θέμα χωρ, ίσως ομόρριζο του χωρίς ως δηλωτικού ορίων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χώρα θηλυκό (& ιωνικός τύπος χώρη)

  1. χώρος
  2. τόπος
  3. θέση
  4. έκταση γης
  5. κτήμα
  6. πατρίδα
  7. εξοχή, αγρός
  8. (κατ’ επέκταση) αξίωμα, τιμή
  9. κατάσταση


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]