έκταση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | έκταση | οι | εκτάσεις |
| γενική | της | έκτασης* | των | εκτάσεων |
| αιτιατική | την | έκταση | τις | εκτάσεις |
| κλητική | έκταση | εκτάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εκτάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έκταση < αρχαία ελληνική ἔκτασις (τέντωμα) < ἐκτείνω < τείνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
έκταση θηλυκό
- άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι
- επιφάνεια γης
διασχίζαμε απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένες από την πυρκαγιά
- το μέγεθος μιας επιφάνειας
το ξενοδοχείο θα χτιστεί σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων- ※ Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
- Κρόκος: Ξεκίνησε η συγκομιδή του «θησαυρού» της Κοζάνης, protothema.gr, 22 Οκτωβρίου 2016
- ≈ συνώνυμα: εμβαδόν
- το μέγεθος της εξάπλωσης ενός φαινομένου
- ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
δεν έχει ακόμα υπολογιστεί η έκταση της καταστροφής που προκάλεσε ο σεισμός
- (γραμματική) η τροπή μιας βραχείας συλλαβής σε μακρά
Σύνθετα
[επεξεργασία]- ημιέκταση (γυμναστική)
Συγγενικά
[επεξεργασία]όροι της γραμματικής:
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)