έκταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκταση εκτάσεις
γενική έκτασης
& εκτάσεως
εκτάσεων
αιτιατική έκταση εκτάσεις
κλητική έκταση εκτάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έκταση < αρχαία ελληνική ἔκτασις < ἐκτείνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Με τα χέρια στην έκταση

έκταση θηλυκό

  1. άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι
  2. επιφάνεια γης
    διασχίζαμε απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένες από την πυρκαγιά
  3. το μέγεθος μιας επιφάνειας
    το ξενοδοχείο θα χτιστεί σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εμβαδόν
  4. το μέγεθος της εξάπλωσης ενός φαινομένου
    δεν έχει ακόμα υπολογιστεί η έκταση της καταστροφής που προκάλεσε ο σεισμός
  5. η τροπή μιας βραχείας συλλαβής σε μακρά

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]