Μετάβαση στο περιεχόμενο

έκταση

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: έκταξη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έκταση οι εκτάσεις
      γενική της έκτασης* των εκτάσεων
    αιτιατική την έκταση τις εκτάσεις
     κλητική έκταση εκτάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εκτάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έκταση < αρχαία ελληνική ἔκτασις (τέντωμα) < ἐκτείνω < τείνω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
Με τα χέρια στην έκταση.

έκταση θηλυκό

  1. άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι
  2. επιφάνεια γης
    παράδειγμα  διασχίζαμε απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένες από την πυρκαγιά
  3. το μέγεθος μιας επιφάνειας
    παράδειγμα  το ξενοδοχείο θα χτιστεί σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων
      Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
    Κρόκος: Ξεκίνησε η συγκομιδή του «θησαυρού» της Κοζάνης, protothema.gr, 22 Οκτωβρίου 2016
     συνώνυμα: εμβαδόν
  4. το μέγεθος της εξάπλωσης ενός φαινομένου
      Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
    παράδειγμα  δεν έχει ακόμα υπολογιστεί η έκταση της καταστροφής που προκάλεσε ο σεισμός
  5. (γραμματική) η τροπή μιας βραχείας συλλαβής σε μακρά

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

όροι της γραμματικής:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]