εκτεταμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική εκτεταμένος εκτεταμένη εκτεταμένο
γενική εκτεταμένου εκτεταμένης εκτεταμένου
αιτιατική εκτεταμένο εκτεταμένη εκτεταμένο
κλητική εκτεταμένε εκτεταμένη εκτεταμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκτεταμένοι εκτεταμένες εκτεταμένα
γενική εκτεταμένων εκτεταμένων εκτεταμένων
αιτιατική εκτεταμένους εκτεταμένες εκτεταμένα
κλητική εκτεταμένοι εκτεταμένες εκτεταμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτεταμένος < αρχαία ελληνική ἐκτεταμένος < ἐκτείνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εκτεταμένος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]