κατάπτωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάπτωση καταπτώσεις
γενική κατάπτωσης
& καταπτώσεως
καταπτώσεων
αιτιατική κατάπτωση καταπτώσεις
κλητική κατάπτωση καταπτώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάπτωση < ελληνιστική κοινή κατάπτωσις < κατά + πτώσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάπτωση θηλυκό

  1. η επιδείνωση της φυσικής κατάστασης ενός ατόμου, η εξάντληση
    νιώθω κατάπτωση
  2. η ηθική παρακμή
    η κατάπτωση της αστικής τάξης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]