πτῶσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πτῶσις πτώσει πτώσεις
Γενική πτώσεως πτωσέοιν πτώσεων
Δοτική πτώσει πτωσέοιν πτώσεσι(ν)
Αιτιατική πτῶσιν πτώσει πτώσεις
Κλητική πτῶσι πτώσει πτώσεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτῶσις < πίπτω (παρακείμενος: πέπτωκα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτῶσις θηλυκό

  1. πτώση
  2. πέσιμο

Σύνθετα[επεξεργασία]