Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀπόπτωσις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: απόπτωση

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀπόπτωσῐς αἱ ἀποπτώσεις
      γενική τῆς ἀποπτώσεως τῶν ἀποπτώσεων
      δοτική τῇ ἀποπτώσει ταῖς ἀποπτώσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀπόπτωσῐν τὰς ἀποπτώσεις
     κλητική ! ἀπόπτωσῐ ἀποπτώσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀποπτώσει
γεν-δοτ τοῖν  ἀποπτωσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπόπτωσις < ἀπό- + αρχαία ελληνική πτῶσις < πίπτω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀπόπτωσις, -εως θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. πτώση
  2. πέσιμο
  3. καθαίρεση
      2/3ος κε αιώνας Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 12, 530a
    μετὰ τὴν ἀπόπτωσιν τῆς Σύρων ἀρχῆς.
  4. εξαφάνιση, άρνηση, έκλειψη

Συγγενικά

[επεξεργασία]