πίπτω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | πίπτω | |
| Παρατατικός | ἔπιπτον | |
| Μέλλοντας | πεσοῦμαι | |
| Αόριστος | ἔπεσον | |
| Παρακείμενος | πέπτωκα | |
| Υπερσυντέλικος | ἐπεπτώκειν | |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πῑ́πτω, ήδη ομηρικό < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *píptō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pípth₂, αναδιπλασιασμένος ενεστώτας από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂- (πετώ, πέφτω) → δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pǐː.ptɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πῑ́‐πτω
Ρήμα
[επεξεργασία]πῑ́πτω (θεωρείται και παθητικό του βάλλω)
- πέφτω κάτω, καταβάλλομαι, ρίπτομαι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 315
- τῆλε δ' ἀπὸ σχεδίης αὐτὸς πέσε, πηδάλιον δὲ
ἐκ χειρῶν προέηκε·- Βρέθηκε ξαφνικά μακριά της, του ξέφυγε απ᾽ το χέρι το τιμόνι.
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- μακριά απ' τη σχεδία αυτός έπεσε και το πηδάλιο του 'φυγε απ' τα χέρια
- τῆλε δ' ἀπὸ σχεδίης αὐτὸς πέσε, πηδάλιον δὲ
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 315
- πέφτω πάνω σε κάποιον, επιτίθεμαι
- πέφτω νεκρός στη μάχη, φονεύομαι
- εντάσσομαι σε μια κατηγορία, εμπίπτω
Συγγενικά
[επεξεργασία]θέμα πτ-, πτω-
άλλα θέματα → δείτε πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂-
Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] πίπτω - ενεργητικοί τύποι
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
- Μεσοπαθητικοί τύποι → λείπει η κλίση
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Ο τύπος του ενεστώτα πῑ́πτω εμφανίζει την μηδενική βαθμίδα πτ- της ρίζας *peth₂- και την ρηματική κατάληξη -ω[1] καθώς και μακρό δίχρονο φωνήεν ῑ, αναλογικά προς το ῥῑ́πτω[2].
- Ο τύπος του μέλλοντα πεσοῦμαι, συνηρημένη μορφή του πεσέομαι < *πετέομαι με καταχρηστική συριστικοποίηση του -τ-[3] < απαθής βαθμίδα πετ- της ρίζας *peth₂- με ρηματική κατάληξη -έομαι.
- Ο τύπος του αορίστου ἔπετον εμφανίζει την απαθή βαθμίδα πετ- με αύξηση ἔ- και ο μεταγενέστερος τύπος ἔπεσον σχηματίστηκε κατ᾿ επίδραση του -σ- του μέλλοντα[3].
- Ο παρακείμενος πέπτωκα καθώς και άλλες ομόρριζες λέξεις πτῶμα, πτῶσις, πτωτός εμφανίζουν την δισύλλαβη μορφή της ρίζας *peth₂- με μηδενισμένη την πρώτη συλλαβή και ετεροιωμένη την δεύτερη. Ο παρακείμενος με αναδιπλασιασμό πε-π(ε)- τω- και την κατάληξη -κα[3].
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πέφτω - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
- 1 2 3 Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- πίπτω - Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής - Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2006‑2008. greek‑language.gr
- πίπτω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πίπτω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Θέματα λέξεων με αναδιπλασιασμό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)