παθητικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παθητικό παθητικά
γενική παθητικού παθητικών
αιτιατική παθητικό παθητικά
κλητική παθητικό παθητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παθητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παθητικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παθητικό ουδέτερο

  1. (οικονομία) το σύνολο των υποχρεώσεων μιας επιχείρησης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

παθητικό