Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιτίθεμαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιτίθεμαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιτίθεμαι < αρχαία ελληνική ἐπιτίθεμαι[1], σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attaquer, αγγλική attack[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.piˈti.θe.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επιτίθεμαι

επιτίθεμαι (μεταβατικό), πρτ.: επιτιθόμουν, απαρ.: επιτεθεί, αόρ.: επιτέθηκα/επετέθην, μτχ.π.ε.: επιτιθέμενος

  1. (κυριολεκτικά) επιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο
    χρειάζεται παράθεμα
    παράδειγμα  Ένας τρελός τού επιτέθηκε με τσεκούρι στο δάσος.
  2. (μεταφορικά) εκτοξεύω αυστηρές κριτικές εναντίον κάποιου, τον κατηγορώ, τον υποτιμώ
    παράδειγμα  Η καλή συνεργασία προϋποθέτει ότι δεν επιτιθόμαστε προσωπικά στους συναδέλφους μας
  3. (σπάνιο) παθητική φωνή του ρήματος επιθέτω· με βάζουν πάνω σε κάτι

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. επιτίθεμαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. επιτίθεμαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)