εξουδετερώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξουδετερώνω < εξ- + ουδέτερος + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική neutraliser)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ksu. ðε.tε.ˈɾɔ.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

εξουδετερώνω (παθητική φωνή: εξουδετερώνομαι)

  1. εξαφανίζω τα αρνητικά ή βλαπτικά αποτελέσματα μιας ενέργειας, ενός πράγματος κ.λπ.
  2. (χημεία) μετατρέπω ένα διάλυμα σε ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]