ουδέτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ουδέτερος η ουδέτερη το ουδέτερο
      γενική του ουδέτερου της ουδέτερης του ουδέτερου
    αιτιατική τον ουδέτερο την ουδέτερη το ουδέτερο
     κλητική ουδέτερε ουδέτερη ουδέτερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ουδέτεροι οι ουδέτερες τα ουδέτερα
      γενική των ουδέτερων των ουδέτερων των ουδέτερων
    αιτιατική τους ουδέτερους τις ουδέτερες τα ουδέτερα
     κλητική ουδέτεροι ουδέτερες ουδέτερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουδέτερος < αρχαία ελληνική οὐδέτερος < οὐδ' ἕτερος "ούτε ο άλλος"

Επίθετο[επεξεργασία]

ουδέτερος -η -ο

  1. που δεν παίρνει θέση, που δεν τάσσεται υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης σχετικά με ένα θέμα, ο αμέτοχος, ο αδιάφορος
    ουδέτερη άποψη
    ουδέτερο έδαφος
  2. (κατ' επέκταση) για κράτοςχώρα) που παραμένει αμέτοχο σε πόλεμο
  3. (γραμματική) → δείτε τη λέξη ουδέτερο
  4. (χημεία) για διάλυμα που δεν είναι ούτε όξινο ούτε αλκαλικό
  5. αμερόληπτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]