ουδέτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ουδέτερος ουδέτερη ουδέτερο
γενική ουδέτερου ουδέτερης ουδέτερου
αιτιατική ουδέτερο ουδέτερη ουδέτερο
κλητική ουδέτερε ουδέτερη ουδέτερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ουδέτεροι ουδέτερες ουδέτερα
γενική ουδέτερων ουδέτερων ουδέτερων
αιτιατική ουδέτερους ουδέτερες ουδέτερα
κλητική ουδέτεροι ουδέτερες ουδέτερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ουδέτερος < αρχαία ελληνική οὐδέτερος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ουδέτερος -η -ο

  1. που δεν παίρνει θέση, που δεν τάσσεται υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης σχετικά με ένα θέμα, ο αμέτοχος, ο αδιάφορος
    ουδέτερη άποψη
    ουδέτερο έδαφος
  2. (κατ' επέκταση) για κράτοςχώρα) που παραμένει αμέτοχο σε πόλεμο
  3. (γραμματική) γένος ονόματος, επιθέτου ή μετοχής, που δεν είναι ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό
  4. (γραμματική) για ρήμα του οποίου η διάθεση σημαίνει κατάσταση
  5. (χημεία) για διάλυμα που δεν είναι ούτε όξινο ούτε αλκαλικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]