ουδέτερος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ουδέτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οὐδέτερος < οὐδ' ἕτερος "ούτε ο άλλος" και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική neutre
Επίθετο
[επεξεργασία]ουδέτερος -η -ο
- που δεν παίρνει θέση, που δεν τάσσεται υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης σχετικά με ένα θέμα, ο αμέτοχος, ο αδιάφορος
ουδέτερη άποψη
ουδέτερο έδαφος- ※ Η εξουσία οφείλει να δρα και να αποφασίζει ως αμέτοχη και «ουδέτερη». Για πρώτη φορά, η εγγενής και ανεξέλεγκτη εξουσιαστική βουλησιαρχία έπρεπε να τεθεί σε νοηματική και αξιακή απαγόρευση. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- (κατ' επέκταση) για κράτος (ή χώρα) που παραμένει αμέτοχο σε πόλεμο
- (γραμματική) → δείτε τη λέξη ουδέτερο
- (χημεία) για διάλυμα που δεν είναι ούτε όξινο ούτε αλκαλικό
- αμερόληπτος
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ουδέτερος
|
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)