αμερόληπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμερόληπτος < α- στερητικό+ μεροληπτώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αμερόληπτος -η -ο

  • που δεν μεροληπτεί όταν πρόκειται να πάρει κάποια απόφαση που αφορά σε δύο αντιπάλους, διαδίκους κλπ
οι δύο πλευρές αναζητούν έναν αμερόληπτο επιδιαιτητή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

δείτε και

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]