Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίκαιος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δικαίος, Δικαίος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δίκαιος η δίκαιη
& δίκαια
το δίκαιο
      γενική του δίκαιου της δίκαιης
& δίκαιας
του δίκαιου
    αιτιατική τον δίκαιο τη δίκαιη
& δίκαια
το δίκαιο
     κλητική δίκαιε δίκαιη
& δίκαια
δίκαιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δίκαιοι οι δίκαιες τα δίκαια
      γενική των δίκαιων των δίκαιων των δίκαιων
    αιτιατική τους δίκαιους τις δίκαιες τα δίκαια
     κλητική δίκαιοι δίκαιες δίκαια
Κατηγορία όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

δίκαιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίκαιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

δίκαιος, -η/-α, -ο

  1. (νομικός όρος) σύμφωνος με το σωστό και το νόμιμο
  2. δικαιολογημένος
      Η αξία της Αντίστασης δεν είναι δυνατόν, νομίζουμε, να αμφισβητηθεί. Ήταν η φυσική και δίκαιη αντίδραση ενός λαού που δεν μπόρεσε, ούτε θέλησε, να παραδεχθεί την ήττα και την ταπείνωσή του από ξένους κατακτητές []
    Άγγελος Αυγουστίδης, Το Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του '40 και τα περιθώρια της πολιτικής, εκδόσεις Καστανιώτη, αρχική έκδοση: 1999, ISBN 9789600326154 @google.gr/books
     αντώνυμα: αδικαιολόγητος
  3. αντικειμενικός, αμερόληπτος
      Πραγματικά δίκαιος δεν είναι αυτός που απλώς επιτελεί δίκαιες πράξεις· είναι αυτός που, όταν επιτελεί δίκαιες πράξεις, αντλεί από αυτές ηδονή.
    Παύλος Κόντος, Τα δύο ευ της ευτυχίας, Εισαγωγή στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, εκδόσεις: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2023, ISBN 978-960-524-512-2
  4. που είναι ή θεωρείται άξιος για κάτι
    παράδειγμα  δίκαιη αναγνώριση
    παράδειγμα  δίκαιη νίκη

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίκαιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δίκαιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

δίκαιος

  1. νόμιμος
  2. δικαιολογημένος
  3. αμερόληπτος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική δίκαιος δικαί
& δίκαιος
τὸ δίκαιον
      γενική τοῦ δικαίου τῆς δικαίᾱς
& δικαίου
τοῦ δικαίου
      δοτική τῷ δικαί τῇ δικαί
& δικαί
τῷ δικαί
    αιτιατική τὸν δίκαιον τὴν δικαίᾱν
& δίκαιον
τὸ δίκαιον
     κλητική ! δίκαιε δικαί
& δίκαιε
δίκαιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ δίκαιοι αἱ δίκαιαι
& δίκαιοι
τὰ δίκαι
      γενική τῶν δικαίων τῶν δικαίων
& δικαίων
τῶν δικαίων
      δοτική τοῖς δικαίοις ταῖς δικαίαις
& δικαίοις
τοῖς δικαίοις
    αιτιατική τοὺς δικαίους τὰς δικαίᾱς
& δικαίους
τὰ δίκαι
     κλητική ! δίκαιοι δίκαιαι
& δίκαιοι
δίκαι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δικαίω τὼ δικαί
& δικαίω
τὼ δικαίω
      γεν-δοτ τοῖν δικαίοιν τοῖν δικαίαιν
& δικαίοιν
τοῖν δικαίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίκαιος < δίκη < δείκνυμι  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο

[επεξεργασία]

δίκαιος, -α, -ον & -ος, -ος, -ον

  1. που συμμορφώνεται με τις συνήθειες, τους θεσμούς και τους κανόνες
  2. ισορροπημένος, ομοιόμορφος