δίκαιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δίκαιο τα δίκαια
      γενική του δικαίου των δικαίων
    αιτιατική το δίκαιο τα δίκαια
     κλητική δίκαιο δίκαια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίκαιο < αρχαία ελληνική δίκαιον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίκαιο ουδέτερο

  1. αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης
    το κοινό περί δικαίου αίσθημα
  2. σύνολο κανόνων γραπτών (νομοθεσία) ή άγραφων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή, τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών καθώς και μεταξύ ιδιωτών και κράτους κλπ
    το ρωμαϊκό δίκαιο, το εθιμικό δίκαιο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σου δίνω δίκαιο = παραδέχομαι ότι έχεις δίκαιο
  • χάνω το δίκιο μου = αδικούμαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]