Μετάβαση στο περιεχόμενο

δικαιοσύνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δικαιοσύνη οι δικαιοσύνες
      γενική της δικαιοσύνης των (δικαιοσυνών)
    αιτιατική τη δικαιοσύνη τις δικαιοσύνες
     κλητική δικαιοσύνη δικαιοσύνες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δικαιοσύνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δικαιοσύνη < δίκαιος, θέμα δικαιο- + -σύνη < δίκη. Συγχρονικά αναλύεται σε δίκαι(ος) + -οσύνη.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði.ce.oˈsi.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δικαιοσύνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δικαιοσύνη θηλυκό

  1. η αντικειμενική κι αμερόληπτη εφαρμογή και τήρηση των νόμων
  2. το σύστημα νόμων με το οποίο ένα κράτος και οι ανάλογοι θεσμοί και λειτουργοί εφαρμόζουν το Δίκαιο
      ο προσπορισμός κέρδους από τη χειραγώγηση της μαζικής αφέλειας, είναι από τα πιο ειδεχθή κακουργήματα και παραδόξως εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν τυγχάνει της ανάλογης αντιμετώπισης από τη δικαιοσύνη. Εδώ, το πολύ πολύ, να σε κράξουν στα τηλεοπτικά κατινοδικεία, να γελάσουν μαζί σου (αλλά, πρωτίστως, να γελάσουν με εκείνους που σε πιστεύουν) (Πέτρος Τατσόπουλος, Το όπιο του λαού - Μια ανορθόδοξη προσέγγιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
  3. η κοινή αντίληψη για το δίκαιο, αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν δίκαιο
  4. το να απονέμεται στον καθένα αυτό που του αξίζει
  5. η απουσία ανισοτήτων και αδικίας

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
δῐκαιοσῠνα-
ονομαστική δικαιοσύνη αἱ δικαιοσύναι
      γενική τῆς δικαιοσύνης τῶν δικαιοσυνῶν
      δοτική τῇ δικαιοσύν ταῖς δικαιοσύναις
    αιτιατική τὴν δικαιοσύνην τὰς δικαιοσύνᾱς
     κλητική ! δικαιοσύνη δικαιοσύναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δικαιοσύν
γεν-δοτ τοῖν  δικαιοσύναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δικαιοσύνη < δίκαιος, θέμα δικαιο- + -σύνη < δίκη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δικαιοσύνη θηλυκό

  1. αυτό που είναι δίκαιο, η δικαιοσύνη, ορθοκρισία
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 52.1
    οἱ δὲ δικαιοσύνην καὶ πιστότητα ἐνέδωκαν, ἄχαρι δὲ οὐδέν.
    κι αυτοί έδειξαν δικαιοσύνη και πίστη, αποδείχτηκαν άψογοι.
    Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 2, 367b
    μὴ οὖν ἡμῖν μόνον ἐνδείξῃ τῷ λόγῳ ὅτι δικαιοσύνη ἀδικίας κρεῖττον, ἀλλὰ τί ποιοῦσα ἑκατέρα τὸν ἔχοντα αὐτὴ δι᾽ αὑτὴν ἡ μὲν κακόν, ἡ δὲ ἀγαθόν ἐστιν·
    Μην περιοριστείς λοιπόν μόνο να μας αποδείξεις πως η δικαιοσύνη είναι προτιμότερη από την αδικία, αλλά και πώς ενεργεί από μόνη της επάνω στην ψυχή του ανθρώπου, για να είναι πράγμα κακό η μια και αγαθό η άλλη·
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Μεγάλα 1.33.2 @scaife.perseus
    διὸ καί, φασίν, δοκεῖ ἡ δικαιοσύνη τελεία τις ἀρετὴ εἶναι· εἰ γὰρ δίκαια μέν ἐστιν ἃ ὁ νόμος κελεύει ποιεῖν, ὁ δὲ νόμος τὰ κατὰ πάσας ἀρετὰς ὄντα προστάττει, ὁ ἄρα τοῖς κατὰ νόμον ἐμμένων δικαίοις τελείως σπουδαῖος ἔσται, ὥστε ὁ δίκαιος καὶ ἡ δικαιοσύνη τελεία τις ἀρετὴ ἐστίν.
  2. (ελληνιστική σημασία) η απονομή δικαιοσύνης, όπως από έναν δικαστή
  3. (σύμφωνα με τους Πυθαγόριους) ο αριθμός τέσσερα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]