δικαιοσύνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δικαιοσύνη οι δικαιοσύνες
      γενική της δικαιοσύνης των δικαιοσυνών
    αιτιατική τη δικαιοσύνη τις δικαιοσύνες
     κλητική δικαιοσύνη δικαιοσύνες
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικαιοσύνη < αρχαία ελληνική δικαιοσύνη < δίκαιος < δίκη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικαιοσύνη θηλυκό

  1. η αντικειμενική κι αμερόληπτη εφαρμογή και τήρηση των νόμων
  2. το σύστημα νόμων με το οποίο ένα κράτος και οι ανάλογοι θεσμοί και λειτουργοί εφαρμόζουν το Δίκαιο
  3. η κοινή αντίληψη για το δίκαιο, αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν δίκαιο
  4. το να απονέμεται στον καθένα αυτό που του αξίζει
  5. η απουσία ανισοτήτων και αδικίας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]