αντίληψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αντίληψη < αρχ. ἀντίληψις < ἀντιλαμβάνομαι < ἀντὶ + λαμβάνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αντίληψη θηλυκό

(η) ουσ. (Κ αντίληψις, -εως) η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς, να εννοεί | αντιληπτικότητα, η ικανότητα να μαθαίνει κανείς εύκολα, εξυπνάδα: έχει αντίληψη το παιδί | άποψη, γνώμη, πεποίθηση | πληθ. αντιλήψεις, η νοοτροπία: αυτές τις αντιλήψεις που έχει, δύσκολα θα τα καταφέρει | βοήθεια, αρωγή, προστασία: η θεία αντίληψη - κοινωνική αντίληψη (η προστασία που παρέχεται σε ανήμπορους από την πολιτεία ή από κοινωφελείς οργανισμούς) | (νομ.) δικαστική αντίληψη, η ανατιθέμενη από δικαστήριο επιμέλεια ασώτου ή φρενοπαθούς (βλ. κ. αντιλήπτωρ)

32πχ Μεταφράσεις[]