Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντίληψη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντίληψη οι αντιλήψεις
      γενική της αντίληψης* των αντιλήψεων
    αιτιατική την αντίληψη τις αντιλήψεις
     κλητική αντίληψη αντιλήψεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αντιλήψεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντίληψη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι < ἀντί + λαμβάνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /anˈdi.li.psi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντίληψη θηλυκό

  1. το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις)
      Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
    Κώστας Α. Δαμιανίδης, Ξυλοναυπηγική, Δελτίο Στοιχείου Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Υπουργείο Πολιτισμού, 30 Μαΐου 2013 /
  2. η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης
     συνώνυμα: αντιληπτικότητα
  3. η γνώμη
      Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 )
  4. η βοήθεια, η προστασία, η πρόνοια
  5. (στον πληθυντικό) αντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]