αντίληψη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αντίληψη | οι | αντιλήψεις |
| γενική | της | αντίληψης* | των | αντιλήψεων |
| αιτιατική | την | αντίληψη | τις | αντιλήψεις |
| κλητική | αντίληψη | αντιλήψεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αντιλήψεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντίληψη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι < ἀντί + λαμβάνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /anˈdi.li.psi/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αντίληψη θηλυκό
- το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις)
- η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης
- η γνώμη
- ※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 )
- η βοήθεια, η προστασία, η πρόνοια
- (στον πληθυντικό) αντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- πέφτει / έπεσε στην αντίληψή μου: το κατάλαβα, το αντιλήφθηκα
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- δικαστική αντίληψη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντίληψη