δυνατότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δυνατότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δυνατ(ότης) ήδη από το 1786[1] + -ότητα (< δυνατός), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική possibilité[2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði.naˈto.ti.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δυ‐να‐τό‐τη‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δυνατότητα θηλυκό
- η κατάσταση κατά την οποία ένα πράγμα είναι δυνατόν ή πιθανόν να συμβεί
- οι δυνάμεις, τα μέσα και οι ικανότητες που διαθέτει κάποιος ή προσφέρονται σε κάποιον
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε τη λέξη δυνατός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δυνατότητα
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ δυνατότης - δυνατότητα, σελ.309, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Χριστόδουλος Ἀκαρνάν, σε κείμενο του 1786. Φίλιππος Ἰωάννου, Φυσικόν Δίκαιον, 1863 @anemi - ↑ δυνατότητα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)