μπορώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπορώ < μεσαιωνική ελληνική ημπορώ < εμπορώ < αρχαία ελληνική εὐπορέω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /boˈɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μπο‐ρώ
Ρήμα
[επεξεργασία]μπορώ
- έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι
- μπορείς να πετύχεις στη ζωή σου τα πάντα, αρκεί να έχεις θέληση
- σε ευγενική ερώτηση-παράκληση, για να ζητήσω κάτι ή την άδεια για να κάνω κάτι
- Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;
- Μπορείτε να μου δώσετε ένα ποτήρι νερό;
- Θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;
- (απρόσωπα) μπορεί : υπάρχει η πιθανότητα να συμβεί κάτι
- μπορεί να βρέξει αύριο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Παροιμίες
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μπορώ | μπορούσα | θα μπορώ | να μπορώ | μπορώντας | |
| β' ενικ. | μπορείς | μπορούσες | θα μπορείς | να μπορείς | (μπόρει) | |
| γ' ενικ. | μπορεί | μπορούσε | θα μπορεί | να μπορεί | ||
| α' πληθ. | μπορούμε | μπορούσαμε | θα μπορούμε | να μπορούμε | ||
| β' πληθ. | μπορείτε | μπορούσατε | θα μπορείτε | να μπορείτε | μπορείτε | |
| γ' πληθ. | μπορούν(ε) | μπορούσαν(ε) | θα μπορούν(ε) | να μπορούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μπόρεσα | θα μπορέσω | να μπορέσω | μπορέσει | ||
| β' ενικ. | μπόρεσες | θα μπορέσεις | να μπορέσεις | μπόρεσε | ||
| γ' ενικ. | μπόρεσε | θα μπορέσει | να μπορέσει | |||
| α' πληθ. | μπορέσαμε | θα μπορέσουμε | να μπορέσουμε | |||
| β' πληθ. | μπορέσατε | θα μπορέσετε | να μπορέσετε | μπορέστε | ||
| γ' πληθ. | μπόρεσαν μπορέσαν(ε) |
θα μπορέσουν(ε) | να μπορέσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μπορέσει | είχα μπορέσει | θα έχω μπορέσει | να έχω μπορέσει | ||
| β' ενικ. | έχεις μπορέσει | είχες μπορέσει | θα έχεις μπορέσει | να έχεις μπορέσει | ||
| γ' ενικ. | έχει μπορέσει | είχε μπορέσει | θα έχει μπορέσει | να έχει μπορέσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μπορέσει | είχαμε μπορέσει | θα έχουμε μπορέσει | να έχουμε μπορέσει | ||
| β' πληθ. | έχετε μπορέσει | είχατε μπορέσει | θα έχετε μπορέσει | να έχετε μπορέσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μπορέσει | είχαν μπορέσει | θα έχουν μπορέσει | να έχουν μπορέσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μπορώ - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- μπορώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μπορώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)