ανήμπορος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανήμπορος ανήμπορη ανήμπορο
γενική ανήμπορου ανήμπορης ανήμπορου
αιτιατική ανήμπορο ανήμπορη ανήμπορο
κλητική ανήμπορε ανήμπορη ανήμπορο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανήμποροι ανήμπορες ανήμπορα
γενική ανήμπορων ανήμπορων ανήμπορων
αιτιατική ανήμπορους ανήμπορες ανήμπορα
κλητική ανήμποροι ανήμπορες ανήμπορα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανήμπορος < μεσαιωνική ελληνική ανήμπορος < ημπορώ < εμπορώ < αρχαία ελληνική εὐπορῶ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανήμπορος, -η, -ο

  1. που δεν έχει δύναμη ή σφρίγος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδύναμος
  2. που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι
  3. φτωχός
  4. ασθενής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]