potere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

potere < λατινική potére

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /po.'te.re/

Ρήμα[επεξεργασία]

potere (it)

  1. μπορώ, έχω την ικανότητα να το κάνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

potere (it)

  1. δεν έχω την ικανότητα να το κάνω, δεν μπορώ, δεν έχω την δύναμη
  2. αυτό το δαχτυλίδι έχει την δύναμη να γίνετε αόρατο