Μετάβαση στο περιεχόμενο

έχω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἔχω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έχω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔχω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈe.xo/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: έχω

έχω, πρτ.: είχα, χωρίς συνοπτικούς χρόνους ελλειπτικό ρήμα, βοηθητικό ρήμα χωρίς παθητική φωνή

  1. κρατώ μαζί μου ή πάνω μου
    παράδειγμα  Μήπως έχεις ένα στυλό;
  2. κατέχω κάτι, είμαι ιδιοκτήτης
    παράδειγμα  έχω αυτοκίνητο / σπίτι
  3. διατηρώ συγγενική / φιλική / ερωτική σχέση
    παράδειγμα  δεν έχει οικογένεια
  4. αισθάνομαι / συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά
    παράδειγμα  Τι έχεις και δε μας μιλάς;
    παράδειγμα  Τις τελευταίες μέρες έχει πολλά νεύρα.
  5. υποφέρω από κάτι
    παράδειγμα  έχω πονοκέφαλο
    παράδειγμα  έχει άσθμα
  6. οφείλω, πρέπει να κάνω κάτι
    παράδειγμα  Έχω δουλειά τώρα, δεν μπορώ.
  7. (γραμματική) βοηθητικό ρήμα στους σύνθετους χρόνους
    παράδειγμα  έχω διαβάσει (παρακείμενος)
    παράδειγμα  είχες πει (υπερσυντέλικος)
    παράδειγμα  θα έχει χιονίσει (συντελεσμένος μέλλοντας)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. έχω είχα θα έχω να έχω έχοντας
β' ενικ. έχεις είχες θα έχεις να έχεις έχε
γ' ενικ. έχει είχε θα έχει να έχει
α' πληθ. έχουμε είχαμε θα έχουμε να έχουμε
β' πληθ. έχετε είχατε θα έχετε να έχετε έχετε
γ' πληθ. έχουν(ε) είχαν
είχαν(ε)
θα έχουν(ε) να έχουν(ε)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]