ter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ter (fr)

  1. για τρίτη φορά, τρις

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ter (fr) άκλιτο

  1. χρησιμοποιείται σε άρθρα, παραγράφους, αριθμούς κατοικιών σε δρόμους, κ.λπ. για να εκφράσει την τρίτη έκφραση με τον ίδιο αριθμό



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ter (pt)