have

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας have
γ΄ ενικό ενεστώτα has
αόριστος had
παθητική μετοχή had
ενεργητική μετοχή having
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Ρήμα[επεξεργασία]

have (en)

  1. έχω
  2. και ως βοηθητικό ρήμα
  3. ως βοηθητικό ρήμα + to: πρέπει να, οφείλω να

Εκφράσεις[επεξεργασία]