has

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

has (en)

  • γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα του του ρήματος have

Ουγγρικά (hu) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

has (hu)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

has (pl) αρσενικό

  1. (χημεία) το χάσιο