κοιλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοιλιά οι κοιλιές
      γενική της κοιλιάς των κοιλιών
    αιτιατική την κοιλιά τις κοιλιές
     κλητική κοιλιά κοιλιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιλιά < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ciˈʎa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοιλιά θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]