θώρακας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | θώρακας | οι | θώρακες |
| γενική | του | θώρακα & θώρακος* |
των | θωράκων |
| αιτιατική | τον | θώρακα | τους | θώρακες |
| κλητική | θώρακα | θώρακες | ||
| * Και λόγια γενική σε -ος σε παγιωμένες εκφράσεις και όρους. | ||||
| Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


με θώρακα του 15ου αιώνα.
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θώρακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θώραξ από την αιτιατική «τὸν θώρακα»
- για νεότερους όρους και τον μεσαιωνικό θώρακα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cuirasse [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈθo.ɾa.kas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θώ‐ρα‐κας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θώρακας αρσενικό
- (ανατομία) μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού σπονδυλωτών ζώων, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
- (εντομολογία) μέρος του σώματος των εντόμων
- (οπλισμός) αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό των πολεμιστών παλιών εποχών
- ※ Σιδερένιος θώρακας (ὕψος προσθίου μέρους ἀπὸ τὸ μέσον τοῦ λαιμοῦ 0,45 μ., μέγ. πλ. 0,38 μ., ἐλ. πλ. 0,33 μ.). Ἦταν σπασμένος, ἰδίως στὸ κάτω μέρος του καὶ στὸ ἐπιρράχιο (ὕψ. 0,55 μ.), καθὼς καὶ σὲ ἄλλα μέρη (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, Υπουργείο Τουρισμού και Επιστημών, σελ. 10, 1980)
- → δείτε και τη λέξη πανοπλία
- (γενικότερα) κάθε πράγμα που θωρακίζει
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μέρος του σώματος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ θώρακας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' και με λόγια γενική ενικού -ος (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Εντομολογία (νέα ελληνικά)
- Οπλισμός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)