πανοπλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανοπλία πανοπλίες
γενική πανοπλίας πανοπλιών
αιτιατική πανοπλία πανοπλίες
κλητική πανοπλία πανοπλίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανοπλία < αρχαία ελληνική πανοπλία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.nɔ.ˈpli.a/
εκτός από τις πανοπλίες των πολεμιστών υπήρχαν και πανοπλίες για τα άλογα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανοπλία θηλυκό

  1. όλα τα αμυντικά ή επιθετικά όπλα των πολεμιστών σε παλαιότερες εποχές, τα οποία συνήθως περιλάμβαναν περικεφαλαία, θώρακα, κνημίδες, ασπίδα, ξίφος, δόρυ κ.λπ.
  2. το ένδυμα των πολεμιστών από ανθεκτικό υλικό (κυρίως μέταλλο και δέρμα), που στόχευε στην προστασία από πλήγματα
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε παρέχει προστασία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανοπλία < πᾶν + ὅπλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανοπλία θηλυκό

  1. ο πλήρης προστατευτικός εξοπλισμός ενός οπλίτη