οπλισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | οπλισμός | οι | οπλισμοί |
| γενική | του | οπλισμού | των | οπλισμών |
| αιτιατική | τον | οπλισμό | τους | οπλισμούς |
| κλητική | οπλισμέ | οπλισμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οπλισμός ήδη στον Αισχύλο τον 6ο/5ο αιώνα πκε < 1. για την κυριολεκτική σημασία (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁπλισμός < ὅπλον
- 2. για τη μεταφορική σημασία (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική armement[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /o.pliˈzmos/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οπλισμός αρσενικό
- ένα σύνολο από όπλα (που χρησιμοποιεί ένας ένοπλος ή ένα σύνολο ανθρώπων, π.χ. στρατός)
- ※ την ώρα της παράδοσης–παραλαβής του οπλισμού μεταξύ δύο φρουρών, ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα η σφαίρα να διαπεράσει μια γυψοσανίδα. (Ατύχημα με εκπυρσοκρότηση όπλου στο Νοσοκομείο Χανίων - Η σφαίρα διαπέρασε γυψοσανίδα, cnn.com, 17/11/2025 )
- (κατ’ επέκταση) κάποιο υλικό σε διάφορες μορφές (π.χ. σιδερένιες ράβδοι), που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει μια κατασκευή (π.χ. από σκυρόδεμα)
- (μεταφορικά) οι ικανότητες ή οι δυνατότητες που έχει κάποιος σε έναν τομέα
- (μουσική) οι διέσεις ή υφέσεις που βρίσκονται στην αρχή ενός πεντάγραμμου και καθορίζουν την κλίμακα ενός μουσικού κομματιού
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σύνολο όπλων
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ οπλισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)