Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατασκευή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατασκευή οι κατασκευές
      γενική της κατασκευής των κατασκευών
    αιτιατική την κατασκευή τις κατασκευές
     κλητική κατασκευή κατασκευές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατασκευή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατασκευή < κατα- + σκευή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατασκευή θηλυκό

  1. δημιουργία, φτιάξιμο, σύνθεση ενός πράγματος
      Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
    Κώστας Α. Δαμιανίδης, Ξυλοναυπηγική, Δελτίο Στοιχείου Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Υπουργείο Πολιτισμού, 30 Μαΐου 2013 /
      χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)
  2. (μεταφορικά) τέχνασμα, επινόηση, μηχανορραφία

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]