κατασκευή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατασκευή οι κατασκευές
      γενική της κατασκευής των κατασκευών
    αιτιατική την κατασκευή τις κατασκευές
     κλητική κατασκευή κατασκευές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατασκευή < αρχαία ελληνική κατασκευή < κατά + σκευή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατασκευή θηλυκό

  1. δημιουργία, φτιάξιμο, σύνθεση ενός πράγματος
  2. (μεταφορικά) τέχνασμα, επινόηση, μηχανορραφία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]