τέχνασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέχνασμα τεχνάσματα
γενική τεχνάσματος τεχνασμάτων
αιτιατική τέχνασμα τεχνάσματα
κλητική τέχνασμα τεχνάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέχνασμα < αρχαία ελληνική τέχνασμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέχνασμα ουδέτερο

  1. επινόηση, κόλπο, πονηριά, πανουργία
  2. (μαθηματικά) πιο εύκολη λύση προβλήματος

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική τέχνασμα τεχνάσματε τεχνάσματα
Γενική τεχνάσματος τεχνασμάτοιν τεχνασμάτων
Δοτική τεχνάσματι τεχνασμάτοιν τεχνάσμασι
Αιτιατική τέχνασμα τεχνάσματε τεχνάσματα
Κλητική τέχνασμα τεχνάσματε τεχνάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέχνασμα < τεχνάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέχνασμα ουδέτερο

  1. έργο τέχνης, κομψοτέχνημα, τεχνούργημα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: τέχνημα
  2. τέχνασμα, απάτη, δόλος, πανουργία
    ἀλλὰ τοῦ μητροκτόνου / τεχνάσματ᾽ ἐστὶ ταῦτα καὶ πολὺς γέλως (Ευριπίδης, Ορέστης, 1559-1560)
    οἱ μὲν δή τινες λέγουσιν ὡς ταῦτα πάντα τεχνάσματα ἦν τῶν προεστηκότων (Ξενοφών, Ελληνικά, 6, 4, 7)