τέχνασμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τέχνασμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέχνασμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈte.xna.zma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τέ‐χνα‐σμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τέχνασμα ουδέτερο
- επινόηση, κόλπο, πονηριά, πανουργία
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
- Παναγιώτης Νούτσος, «Σημειώσεις καθημερινότητας», Το Βήμα, 12 Δεκεμβρίου 2015
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
- (μαθηματικά) πιο εύκολη λύση προβλήματος
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη τέχνη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τέχνασμα
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | τέχνασμᾰ | τὰ | τεχνάσμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | τεχνάσμᾰτος | τῶν | τεχνασμᾰ́των |
| δοτική | τῷ | τεχνάσμᾰτῐ | τοῖς | τεχνάσμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | τέχνασμᾰ | τὰ | τεχνάσμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | τέχνασμᾰ | τεχνάσμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τεχνάσμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | τεχνασμᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τέχνασμα ουδέτερο
- έργο τέχνης, κομψοτέχνημα, τεχνούργημα
- τέχνασμα, απάτη, δόλος, πανουργία
- ※ ἀλλὰ τοῦ μητροκτόνου / τεχνάσματ᾽ ἐστὶ ταῦτα καὶ πολὺς γέλως (Ευριπίδης, Ορέστης, 1559-1560)
- ※ οἱ μὲν δή τινες λέγουσιν ὡς ταῦτα πάντα τεχνάσματα ἦν τῶν προεστηκότων (Ξενοφών, Ελληνικά, 6, 4, 7)
Πηγές
[επεξεργασία]- τέχνασμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τέχνασμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)