manœuvre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
manœuvre manœuvres

manœuvre (fr) θηλυκό

  1. η μανούβρα, ο ελιγμός
  2. ο ανειδίκευτος εργάτης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]