artifice

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

artifice < λατινική artificium (τέχνη, επάγγελμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

artifice 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
artifice artifices

artifice (fr)

  1. το τέχνασμα
    il a inventé un artifice pour se tirer de cette impasse - εφεύρε ένα τέχνασμα για να ξεφύγει από αυτό το αδιέξοδο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]