επάγγελμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επάγγελμα επαγγέλματα
γενική επαγγέλματος επαγγελμάτων
αιτιατική επάγγελμα επαγγέλματα
κλητική επάγγελμα επαγγέλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επάγγελμα < αρχαία ελληνική ἐπάγγελμα < ἐπαγγέλλομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpaŋ.ɟɛl.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επάγγελμα ουδέτερο

  1. η μόνιμη εργασία για βιοπορισμό
    Το επάγγελμά του είναι λογιστής

Σημειώσεις[επεξεργασία]


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]