υπόσχεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπόσχεση υποσχέσεις
γενική υπόσχεσης
& υποσχέσεως
υποσχέσεων
αιτιατική υπόσχεση υποσχέσεις
κλητική υπόσχεση υποσχέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπόσχεση < αρχαία ελληνική ὑπόσχεσις < ὑπισχνέομαι και ιων. ὑπίσχομαι < ὑπό + ἲσχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈpɔ.sçɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπόσχεση θηλυκό (λόγιο: υπόσχεσις)

  • η διαβεβαίωση που δίνει κάποιος (οικειοθελώς ή όχι) ότι θα πραγματοποιήσει κάτι
Σου έδωσα μια υπόσχεση και θα την τηρήσω

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αφήνω / δίνω υποσχέσεις : προκαλώ την εντύπωση θετικών μελλοντικών εξελίξεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]