εξέλιξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξέλιξη οι εξελίξεις
      γενική της εξέλιξης
εξελίξεως*
των εξελίξεων
    αιτιατική την εξέλιξη τις εξελίξεις
     κλητική εξέλιξη εξελίξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξέλιξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξέλιξις, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική evolution[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈkse.li.ksi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ξέ‐λι‐ξη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξέλιξη θηλυκό

  1. βελτίωση,πορεία
  2. επόμενο στάδιο, γεγονός ή συμβάν· εξαρτημένο γεγονός από προηγούμενο, -α
  3. (βιολογία) προσαρμοστική διαφοροποίηση με ποσοστό τυχαίας μεταβολής
    η αλλαγή στις ιδιότητες ενός πληθυσμού οργανισμών στο πέρασμα των χρόνων μεταξύ διαφορετικών γενεών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]