Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρόοδος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πρόσοδος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόοδος οι πρόοδοι
      γενική της προόδου των προόδων
    αιτιατική την πρόοδο τις προόδους
     κλητική πρόοδε
(πρόοδο)
πρόοδοι
Κατηγορία όπως «ήπειρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρόοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόοδος < (πρό) πρό- + ὁδός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική progrès[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɾo.o.ðos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρόοδος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρόοδος θηλυκό

  1. η βελτίωση, ο δρόμος προς κάτι καλύτερο
    παράδειγμα  Βλέπω τις προόδους που κάνεις στο σχολείο και χαίρομαι!
      Λέγεται πως αν δεν ήταν ο Καπιτζίμπασης θα είχε διαλυθεί η πολιορκία του Μεσολογγίου. Αν δεν έβλεπαν οι εχθροί που το πολιορκούν την πρόοδο του Ιμπραήμ δεν θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στο Μεσολόγγι.
    Εφημερίς Αθηνών 1824-1826: Περιλήψεις δημοσιευμάτων, greece2021.gr
      Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)
  2. (με αρνητική έννοια) συνέχεια σε μια κατάσταση
    παράδειγμα  συνεχής πρόοδος της νόσου μεταξύ των υποτροπών
  3. (μαθηματικά) είδος ακολουθίας
    αριθμητική πρόοδος: κάθε όρος της ακολουθίας προκύπτει από τον προηγούμενο με πρόσθεση ή αφαίρεση ενός σταθερού αριθμού που λέγεται διαφορά, π.χ. 1, 2, 3, 4, 5, ... (διαφορά = 1) ή 0, 3, 6, 9, 12, ... (διαφορά = 3) ή 100, 98, 96, 94, 92, ... (διαφορά = -2)
    γεωμετρική πρόοδος: κάθε όρος της ακολουθίας προκύπτει από τον προηγούμενο με πολλαπλασιασμό ή διαίρεση με εναν σταθερό αριθμό που λέγεται λόγος, π.χ. 1, 2, 4, 8, 16, ... (λόγος = 2) ή 3, 9, 27, 81, 243, ... (λόγος = 3) ή 0,01 0,1 1 10 100 1000 ... (λόγος = 10)
  4. (εκπαίδευση) είδος εξέτασης σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις προ και οδός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

πρόοδος < πρό- + ὁδός

Επίθετο

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πρόοδος τὸ πρόοδον
      γενική τοῦ/τῆς προόδου τοῦ προόδου
      δοτική τῷ/τῇ προόδ τῷ προόδ
    αιτιατική τὸν/τὴν πρόοδον τὸ πρόοδον
     κλητική ! πρόοδε πρόοδον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πρόοδοι τὰ πρόοδ
      γενική τῶν προόδων τῶν προόδων
      δοτική τοῖς/ταῖς προόδοις τοῖς προόδοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς προόδους τὰ πρόοδ
     κλητική ! πρόοδοι πρόοδ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ προόδω τὼ προόδω
      γεν-δοτ τοῖν προόδοιν τοῖν προόδοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

πρόοδος, -ος, -ον

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πρόοδος αἱ πρόοδοι
      γενική τῆς προόδου τῶν προόδων
      δοτική τῇ προόδ ταῖς προόδοις
    αιτιατική τὴν πρόοδον τὰς προόδους
     κλητική ! πρόοδε πρόοδοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  προόδω
γεν-δοτ τοῖν  προόδοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

πρόοδος θηλυκό

  1. η πορεία προς τα εμπρός
  2. (ειδικότερα) η έξοδος από το σπίτι
  3. η δημόσια εμφάνιση
  4. (ελληνιστική σημασία, μαθηματικά) πρόοδος