πρόοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πρόσοδος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόοδος πρόοδοι (πρόοδες)
γενική προόδου προόδων
αιτιατική πρόοδο προόδους (πρόοδες)
κλητική (πρόοδο) πρόοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόοδος < αρχαία ελληνική πρόοδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'pɾɔ.ɔ.ðɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόοδος θηλυκό (πληθυντικός: πρόοδοι)

  1. Η βελτίωση, ο δρόμος προς κάτι καλύτερο.
Βλέπω τις προόδους που κάνεις στο σχολείο και χαίρομαι!
  1. (μαθηματικά) είδος ακολουθίας
  2. (εκπαίδευση) είδος εξέτασης σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόοδος < πρό + ὁδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόοδος θηλυκό

  1. η πορεία προς τα εμπρός
  2. (ειδικότερα) η έξοδος από το σπίτι
  3. η δημόσια εμφάνιση
  4. (μαθηματικά) πρόοδος