προοδευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προοδευτικός προοδευτική προοδευτικό
γενική προοδευτικού προοδευτικής προοδευτικού
αιτιατική προοδευτικό προοδευτική προοδευτικό
κλητική προοδευτικέ προοδευτική προοδευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προοδευτικοί προοδευτικές προοδευτικά
γενική προοδευτικών προοδευτικών προοδευτικών
αιτιατική προοδευτικούς προοδευτικές προοδευτικά
κλητική προοδευτικοί προοδευτικές προοδευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προοδευτικός < προοδεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προοδευτικός

  1. που υποστηρίζει την πρόοδο
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: συντηρητικός
  2. που αυξάνεται ή μειώνεται με μικρά βήματα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απότομος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]