απότομος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀπότομος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απότομος απότομη απότομο
γενική απότομου απότομης απότομου
αιτιατική απότομο απότομη απότομο
κλητική απότομε απότομη απότομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απότομοι απότομες απότομα
γενική απότομων απότομων απότομων
αιτιατική απότομους απότομες απότομα
κλητική απότομοι απότομες απότομα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απότομος < αρχαία ελληνική ἀπότομος < ἀπό + τέμνω (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική brusque)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.tɔ.mɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απότομος, -η, -ο

  1. που έχει υπερβολικά μεγάλη κλίση ή/και παρουσιάζει επικινδυνότητα στην προσέγγιση ή διέλευσή του
  2. απόκρημνος
  3. ξαφνικός, απρόσμενος
  4. ορμητικός, βίαιος
  5. (μεταφορικά) αγροίκος, αγενής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]