απότομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀπότομος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απότομος απότομη απότομο
γενική απότομου απότομης απότομου
αιτιατική απότομο απότομη απότομο
κλητική απότομε απότομη απότομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απότομοι απότομες απότομα
γενική απότομων απότομων απότομων
αιτιατική απότομους απότομες απότομα
κλητική απότομοι απότομες απότομα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απότομος < αρχαία ελληνική ἀπότομος < ἀπό + τέμνω (3. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική brusque)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.tɔ.mɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απότομος, -η, -ο

  1. που έχει υπερβολικά μεγάλη κλίση ή/και παρουσιάζει επικινδυνότητα στην προσέγγιση ή διέλευσή του
  2. απόκρημνος
  3. ξαφνικός, απρόσμενος
  4. ορμητικός, βίαιος
  5. (μεταφορικά) αγροίκος, αγενής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]