Μετάβαση στο περιεχόμενο

απότομα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απότομα < απότομος +

Επίρρημα

[επεξεργασία]

απότομα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

απότομα